Λα Πας

(La Ρaz). Πόλη (793.000 κάτ. το 2002) της δυτικής Βολιβίας, διοικητική πρωτεύουσα του κράτους, καθώς επίσης και πρωτεύουσα της ομώνυμης διοικητικής περιφέρειας (133.985 τ. χλμ., 2.406.377 κάτ. το 2000). Βρίσκεται σε ύψος 3.625 μ., στους πρόποδες της Κορδιλιέρας Ρεάλ, σε μια μεγάλη κοιλάδα, την οποία διασχίζει ο ομώνυμος ποταμός και στην οποία δεσπόζει η κορυφή του όρους Ιλιμάνι. Η ρυμοτομία της πόλης είναι ακανόνιστη, με κεκλιμένους δρόμους, διώροφα σπίτια με βεράντες, μπαλκόνια και αυλές. Η σύγχρονη όψη του κέντρου της πόλης χαρακτηρίζεται από τα πολυάριθμα μέγαρα από μπετόν αρμέ, που κατασκευάστηκαν κυρίως κατά τη δεκαετία του 1950. Οι ναοί του Αγίου Φραγκίσκου (18ος αι.) και του Αγίου Δομίνικου, ο Οίκος δε Μουρίλιο και το Παλάσιο Βιλιαβέρντε είναι τα λίγα εναπομείναντα μνημεία της αποικιακής περιόδου· στην πόλη εδρεύουν επίσης πανεπιστήμιο και αξιόλογα μουσεία (ανάμεσα στα οποία το αρχαιολογικό της Τιαουανάκο και το μουσείο λαϊκής τέχνης). Μολονότι η Βολιβία είναι χώρα πλούσια σε κοιτάσματα αργύρου, χαλκού και μολύβδου, η Λ.Π. δεν έχει αναπτύξει βαριά βιομηχανία, εξαιτίας των περιορισμένων πλουτοπαραγωγικών πηγών της· αποτελεί, ωστόσο, σημαντικό εμπορικό κέντρο για τη διακίνηση των προϊόντων της χώρας. Η μόνη ακμάζουσα βιομηχανία στην περιοχή είναι εκείνη που αφορά τους τομείς των ειδών διατροφής (εργοστάσια ζάχαρης, κονσερβοποιίας κ.ά.), υφαντουργίας, χημικών προϊόντων, καπνού και δερμάτων. Οι συγκοινωνίες ευνοούνται από πολυάριθμους σιδηροδρόμους, που συνδέουν την πόλη με τη Χιλή και την Αργεντινή, και από ένα σπουδαίο αεροδρόμιο. Ιστορία. Η πόλη ιδρύθηκε το 1548 από τον Αλφόνσο ντε Μεντόσα στα ερείπια ενός χωριού ιθαγενών (Τσουκιάπου). Η ονομασία της που σημαίνει ειρήνη οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτή την πόλη ο Ισπανός κατακτητής Πιζάρο συμφιλιώθηκε με τον εχθρό του, Αλμάγκρο. Σύντομα εξελίχθηκε σε σημαντικό αποικιακό κέντρο και το 1827 ονομάστηκε Λ.Π. ντα Αγιακούτσο, σε ανάμνηση της μάχης που χάρισε στη χώρα την ανεξαρτησία της. Η πόλη, αποτελώντας μία από τις τέσσερις πρωτεύουσες της Βολιβίας, μετά την επανάσταση του 1898, διατήρησε τον ρόλο της μόνιμης έδρας της κυβέρνησης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Πᾶς τις αὐτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ. — πᾶς τις αὐτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ. См. Всякий сам себе ближе …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πᾶς — papa masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πας — (I) πάσα, παν / πᾱς, πᾱσα, πᾱν, αιολ. τ. αρσ. παῑς, θηλ. παῑσα, αρκαδ. τ. θηλ. πάνσα, λακων. τ. θηλ. πἆἁ, ΝΜΑ (αντων.) Ι. ΚΛΙΣΗ: 1. στον εν. α) γεν. παντός, πάσης, παντός. β) δοτ. παντί, πάση, παντί γ) (αιτ.) πάντα, πᾱσαν, πᾱν, αρσ. και πᾱν 2.… …   Dictionary of Greek

  • πᾶσ' — πᾶσαι , πάομαι get aor imperat mid 2nd sg (doric) πᾶσα , πᾶς papa fem nom/voc sg (attic epic ionic) πᾶσι , πᾶς papa masc/neut dat pl (attic epic ionic) πᾶσαι , πᾶς papa fem nom/voc pl (attic epic ionic) πᾶσι , πᾶσις acquisition fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πᾶς γὰρ τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀγαπᾷ μᾶλλον ἢ. — См. Всякому свое мило …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πάς — (II) ὁ, Α (κυπρ. τ.) βλ. παις. (III) ὁ, Α (κατά το Μέγα Ετυμολογικόν) (στους Συρακοσίους) «πατήρ» …   Dictionary of Greek

  • Πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ’ ἵν’ ἂν πράττῃ τις εὖ. — πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ’ ἵν’ ἂν πράττῃ τις εὖ. См. Отчизна там, где любят нас …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἀπὸ λεπτῆς κρόκης ὁ πᾶς οὗτος πλοῦτος ἀπήρηται. — См. Висит на нитке …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται. — См. На покляпое дерево и козы скачут …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Πέλοψ (-πας) — Πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, επώνυμος ήρωας της Πελοποννήσου. Γιος του Ταντάλου και της Κλυτίας ή Διώνης, υπήρξε ο γενάρχης των Πελοπιδών. Ενώ ήταν ακόμα παιδί, κατακρεουργήθηκε από τον πατέρα του, ο οποίος παράθεσε τα μέλη του σε συμπόσιο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.